IMG_1252

IMG_1252

Published in: on Δεκεμβρίου 28, 2011 at 18:27  Γράψτε ένα σχόλιο  

Κουτσουρέλης Γιώργος

Μπορείτε να κατεβάσετε κομμάτια του πατώντας ΕΔΩ

Γεννήθηκε το 1914 στην Κίσσαμο της Κρήτης. Ο πατέρας του ήταν ένας από τους σημαντικότερους λυράριδες της εποχής του, αλλά και διάφορα συγγενικά πρόσωπα ήξεραν να παίζουν μουσικά όργανα και έτσι ο μικρός Γιώργος επηρρεάστηκε πολύ από αυτό αγαπώντας την κριτική λαϊκή μουσική.
Στα πρώτα του βήματα άρχισε με μαντολίνο, σε ηλικία 4-5 χρονών. Μάλιστα έπαιρνε την σκούπα της μητέρας του, κάνωντας πως είναι μαντολίνο και “έπαιζε”. Σε διάφορες σχολικές εκδρομές έπαιζε για τους δασκαλούς του οι οποίοι χόρευαν και τον χαίρονταν πολύ. Έπειτα ασχολήθηκε με το λαούτο και σε ηλικία 10 χρονών είχε μάθει εξαιρετικά, ενώ στα 12 του άρχισε τις συνεργασίες με διάφορους ξακουστούς μουσικούς της εποχής του (Χάρχαλης Ν., Κουφιανός, κα). Στα 16 του ηχογράφησε τους πρώτους του δίσκους, άλλοτε σε συνεργασία και άλλοτε σόλο λαούτο.
Το 1939 μαζί με τον μουσικό Καραβίτη έπαιξαν αντιπροσωπευτικά κομμάτια της Κρητικής μουσικής στον Ραδιοφωνικό Σταθμό Αθηνών.
Μετά τον πόλεμο ηχογράφησε κομμάτια και συνεργάσθηκε με διάφορους μουσικούς, αλλά κυρίως με τους αδερφούς του, Στέλιο και Μανώλη Κουτσουρέλη. Το 1949 συνθέτει τον “Αρμενοχωριανό Συρτό”, μια μελωδία στην οποία βασίστηκε ο Μίκης Θεοδωράκης για να συνθέσει την μουσική επένδυση της ταινίας Ζορμπάς. Με τα αδέρφια του έκαναν και ραδιοφωνικές εκπομπές κάθε βδομάδα σε Αθήνα και Κρήτη, αλλά τις εγκατέληψαν λόγω του θανάτου του αδερφού τους Μανώλη το 1958.
Ο Γιώργος λόγω πένθους εγκατέλειψε το μουσικό επάγγελμα του για μια δεκετία περίπου. Έπειτα όμως από πιέσεις επανήλθε στην ενεργό δράση φτιάχνοντας και ηχογραφώντας τραγούδια. Μάλιστα το 1974 ξεκίνησε μια συνεργασία με τον Νίκο Ξυλούρη η οποία όμως κατέληξε ημιτελής λόγω του θανάτου του τελευταίου.
Ο Γιώργος Κουτσουρέλης πέθανε στις 18 Ιουνίου 1994.

Ορίστε και μερικά τραγούδια του :

Α, κακούργα Έλλη! – Ανάλυση τραγουδιού

Από τα πιο γνωστά και παραδοσιακά τραγούδια της Μικράς Ασίας. Αναφέρεται σε ένα αληθινό γεγονός : Η Έλλη Π. στα τέλη του 19ου αιώνα, εγκατέληψε τον άντρα της και τα παιδιά της και έφυγε μαζί με τον Τούρκο διοικητή της χωροφυλακής των Βουρλών. Τα αντανακλαστικά της τοπικής κοινωνίας ενεργοποιούνται άμεσα. Πρέπει να στιγματίσει την ανεύθυνη πράξη της εγκατάλειψης των παιδιών και του συζύγου. Πρέπει να ρίξει χολή στο γεγονός ότι μία Χριστιανή ζει με έναν αγαρηνό. Πρέπει να ανυψώσει το ηθικό των ανδρών (μας έφαγε την κοπέλα ο Τουρκαλάς). Και τι κάνει; Μήπως βία, μαχαίρια και αίματα; Τίποτα από αυτά. Ενεργεί με άμεσο και διαχρονικό τρόπο. Πλάθει ένα από τα ομορφότερα τραγούδια μας, καταδικάζοντας για πάντα την κακούργα Έλλη στο πανελλήνιο.
Η οικογένεια της Έλλης προσπάθει από ντροπή, να αποτρέψει την κυκλοφορία του τραγουδιού μάταια όμως, όπως φαίνεται και από τις πολλαπλές εκτελέσεις του και ηχογραφήσεις του.
Η πιο γνωστή ηχογράφηση είναι η άνωθεν, που έγινε το 1919 από τον Γιώργο Κατσαρό, με τους εξής στίχους :

Βρε η Έλλη άντε θέλει σκότωμα με δίκοπο μαχαίρι
με δίκοπο μαχαίρι, (δις)
γιατ’ άφησε άντε βρε τον άντρα της και πήρε κομισέρη
και πήρε κομισέρη.

Α! βρε κακούργα Έλλη φαντάρος δεν σε θέλει,
γιατί ‘σαι φιλημένη από τον κομισέρη.

Βρε η Έλλη άντε τ’ απεφάσισε λεβέντισσα να ζήσει
λεβέντισσα να ζήσει, (δις)
βρε και δεν τη νοιάζει άντε στο ντουνιά στους δρόμους κι ας ‘πομείνει
στους δρόμους κι ας ‘πομείνει.

Αμάν αμάν Έλλη κανένας δε σε θέλει,
γιατί ‘σαι φιλημένη στη γάμπα τσιμπημένη.

Α! βρε κακούργα Έλλη φαντάρος δε σε θέλει,
παράτησες τον άντρα σου και πήρες κομισέρη.

Βρε η Έλλη άντε θέλει ζάχαρη και ρούσικο αλεύρι
και ρούσικο αλεύρι, (δις)
βρε να φτιάξει άντε τα γλυκίσματα να πάει στον κομισέρη
να πάει στον κομισέρη.

Α! βρε κακούργα Έλλη φαντάρος δεν σε θέλει,
γιατί ‘σαι φιλημένη από τον κομισέρη.

Βρε η Έλλη άντε (ε)περπάτησε στης Σμύρνης τα σοκάκια
στης Σμύρνης τα σοκάκια, (δις)
κι οι Τούρκοι άντε ενομίσανε πως είναι ραμαζάνια
πως είναι ραμαζάνια.

* Αξίζει να τονιστεί η αρνητική σημασία της λέξης “λεβέντισσα” στις γυναίκες σε αντίθεση με το λεβέντης που ήταν θετικό για τους άντρες.
* Κάπου υπάρχει και ένα δίστίχο για το ίδιο τραγούδι, εξαιρετικά ενδιαφέρον που λέει :

Αμάν αμάν Έλλη κανένας δε σε θέλει,
γιατί ‘σαι φιλημένη, στου νταβατζή δοσμένη.

Έχει ενδιαφέρον το βαρύ και “κατανυκτικό” ύφος της εκτέλεσης του Γιώργου Κατσαρού, ώστόσο παρατίθενται και ορισμένες άλλες :

Φουσταλιέρης Στέλιος

Μπορείτε να κατεβάσετε διάφορα τραγούδια του πατώντας ΕΔΩ

Γεννήθηκε στις 19 Ιουνίου του 1911 στο Ρέθυμνο. Πήρε το όνομα του πατέρα του, ο οποίος 19 χρονών (η μάνα του 16) σκοτώθηκε σε ατύχημα προτού αυτός γεννηθεί. Πηγαίνει μέχρι την τρίτη Δημοτικού σε νυχτερινό σχολείο, μαθαίνει όμως και την τέχνη του ρολογά την οποία αγάπησε και εξάσκησε σε όλη του την ζωή. 13 χρονών με την πρώτη του πληρωμή και τη μεσολάβηση του πατριού του αγοράζει το πρώτο μπουλγαρί του.

«Την εποχή αυτή το Ρέθυμνο ήταν γεμάτο από μπουλγαριά. Κάθε ταβέρνα είχε κι από ένα. Εκεί πήρα τα πρώτα μου ακούσματα. Έβλεπα τους άλλους που παίζανε και –στο λόγο της αντρικής μου τιμής – έκλαιγα!…».

Δυο χρόνια αργότερα, μόλις 15 χρονών, συμμετείχε στο πρώτο του γλέντι ως οργανοπαίχτης με το συγκρότημα του θείου του Αντώνη Καρεκλά, ονομαστού λυράρη της εποχής του. Έτσι με τα πρώτα ακούσματα από τις ταβέρνες του Ρεθύμνου και τη συνεργασία του με τον Καρεκλά, ο Φουσταλιέρης αρχίζει σιγά-σιγά να παίζει με το μπουλγαρί του απ’ όλα: συρτό, πεντοζάλια, πηδηχτά καστρινά, ταξίμια καθιστικά «αχόρευτα, της ταβέρνας, της παρέας», ακόμη και κάποια ρεμπέτικα.

«Ο Καρεκλάς … συχνά «αλάφρωνε» το δοξάρι και άνοιγε δρόμο για να περνάω εγώ μπροστά. Σιγά – σιγά πήρα δρόμο, πετάχτηκα, έφυγα, απομακρύνθηκα από τη λύρα κι έκανα δικιά μου κυβέρνηση, δικό μου συγκρότημα!…».

Συνεργάστηκε και με άλλους λυράρηδες όπως το Σοφοκλή Παπατζανή, το Γιώργο Πατεράκη, το Γιουλούντα και πολλούς άλλους ακόμα. Το 1930, αγόρασε το δεύτερο μπουλγαρί του που δεν το αποχωρίστηκε μέχρι το τέλος της ζωής του:

«…εγώ το ’χω από τρίτο χέρι και τό ’χω 52 χρόνια…»

Το 1934 ο Στέλιος Φουσταλιέρης φεύγει από την Κρήτη. Στον Πειραιά έπιασε αρχικά δουλειά σα βοηθός σε ρολογάδικο. Στο καφενείο του Μπάτη στην πλατεία Καραϊσκάκη, γνωρίζεται με όλα τα μεγάλα ονόματα του αθηναϊκού και πειραιώτικου ρεμπέτικου όπως το Μάρκο Βαμβακάρη, τον Παναγιώτη Τούντα, το Γιάννη Παπαϊωάννου, το Στράτο Παγιουμτζή, τον Μπαγιαντέρα, τον Τσιτσάνη κ.ά. Από αυτούς επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό η μουσική του.

Την ίδια εποχή μπαίνει και στη δισκογραφία και συνεργάζεται με τον Αντώνη Καρεκλά, τον επίσης Ρεθυμνιώτη Γιάννη Μπερνιδάκη (ή Μπαξεβάνη όπως έμεινε γνωστός), τον Κώστα Καρίπη, το Στέλιο Χρυσίνη το Βαγγέλη Φραγκιαδάκη, το Στελλάκη Περπινιάδη κ.ά.

Το 1937 επέστρεψε στο Ρέθυμνο όπου και πέθανε το 1992.

(πηγές : youtube

http://rebetiko.sealabs.net/wiki/mediawiki)

Εδώ μπορείτε να δείτε κάποια από τα καλύτερα τραγούδια του :


Πατώντας ΕΔΩ μπορείτε να δείτε ένα τριπλό αφιέρωμα από την εκπομπή “Περισκόπιο” με τον ίδιο μέσα.

Published in: on Αυγούστου 18, 2010 at 20:23  Γράψτε ένα σχόλιο  

Οι 5 αγαπημένοι αμανέδες της Μικράς Ασίας

Η Μ. Ασία ήταν μια περιοχή όπου γνώρισε μεγάλη πολιτισμική ανάπτυξη. Γράμματα, τέχνες, μουσική όλα άνθιζαν λόγω τις παρουσίας άξιων και “μερακλήδων” ανθρώπων να τα στηρίξουν.
Στον μουσικό χώρο υπήρχε πλήθος ατόμων με μεγάλη θεωριτική και πρακτική κατάρτιση, οι οποίοι και ήρθαν στην Ελλάδα με την καταστροφή του 1922, και επηρέασαν πάρα πολύ το μουσικό γίγνεσθαι του τόπου.

Οι Μικρασιάτες λοιπόν αγαπούσαν την μουσική, στα διάφορα είδη της. Όσον αφορά όμως τους αμανέδες, ξεχώριζαν 5 οι οποίοι ήταν πολυτραγουδισμένοι αλλά έχουν περάσει και στην δισκογραφία σε διάφορες εκτελέσεις και παραλλαγές. Όλοι τους ανήκουν στον τομέα της ανώνυμης δημιουργίας :

1) Μπουρνοβαλιός μανές. Η παρούσα εκτέλεση αποτελεί μια παραλλαγή ηχογραφημένη από τον Γιώργο Κατσαρό στην Αμερική το 1928 :

2) Τζιβαέρι μανές. Τραγουδά ο Αντώνης Νταλγκάς, 1931 :

3) Σμυρνέϊκο μινόρε. Τραγουδά η Μαρίκα Παπαγκίκα, 1919 :

4) Γαλατά ή Ανταμαμάν μανές. Τραγουδά η Ρίτα Αμπάτζη, 1932 :

5) Ταμπαχανιώτικος μανές. Τραγουδά ο Κώστας Νούρος :

Ελληνική Απόλαυσις (Ανάλυση τραγουδιού)

Το τραγούδι αυτό ηχογραφήθηκε πρώτη φορά το 1919 από τον Γιώργο Κατσαρό στο New Jersey στην Αμερική. Δεν υπάρχει άλλη επανεκτέλεσή του μέχρι το 1959 όπου το τραγουδά σε διασκευή η Σωτηρία Μπέλλου. Είναι από τα παλαιοτερα ρεμπέτικα της περιόδου της ανώνυμης δημιουργίας, δηλαδή είναι τραγούδι του οποίου ο συνθέτης δεν είναι γνωστός. Από το γεγονός οτι ο Κατσαρός θυμάται όταν ήταν παιδί τον παππού του να το τραγουδά, καταλαβαίνουμε πόσο παλιό είναι. Ο κανονικός τίτλος του τραγουδιού είναι “Σαν πεθάνω στο καράβι”, αλλά ο υπεύθυνος του Ελληνικού τμήματος της δισκογραφικής εταιρίας RCA Victor, Τέτος Δημητριάδης, αποφάσισε να του δώσει τον άνωθεν τίτλο, ίσως για λόγους διαφήμισης. Οι στίχοι έχουν ώς εξής :

Άντε σαν ποθάνω τι θα πούνε
πέθανε κι ένας μπεκρής, ένας μπεκρής
Άντε πέθανε κι ένας δερβίσης
σαν και μένα νυχτογυριστής αμάν, αμάν

Άντε της τριανταφυλλιάς τα φύλλα
θα τα κάνω φορεσιά, βρε φορεσία
Άντε να τα βάλω να περάσω
άντε, να σου κάψω την καρδιά, κι αμάν αμάν

Άντε σαν ποθάνω στο καράβι
ρίξετε με στο γιαλό, αμάν γιαλό
Άντε να με φαν τα μαύρα ψάρια
άντε και το αρμυρό νεό, αμάν, αμάν

(Πηγή : “Τα Ρεμπέτικα”, Εφημ. ΤΑ ΝΕΑ, Τόμ. 01, σελ. 27)

Και σε άλλη σύγχρονη εκτέλεση με αλλαγμένους στίχους :

Αρχείο Τραγουδιών προς κατέβασμα

Εδώ συγκεντρώνω όλα τα πακέτα τραγουδιών που ποστάρω στο μπλογκ, για εύκολη εύρεση και κατέβασμα, ταξινομημένα αλφαβητικά ανά καλλιτέχνη.

Παπαγκίκα Μαρίκα
Κατσαρός Γιώργος
Καραπιπέρης Μανώλης
Φουσταλιέρης Στέλιος

Published in: on Ιουλίου 20, 2010 at 23:19  Γράψτε ένα σχόλιο  

Μανώλης Καραπιπέρης

Γεννήθηκε στη Σάμο στις 15/10/1884 και μετανάστευσε στην Αμερική το Μάη του 1912 μαζί με τη σύζυγό του Μαρία που καταγόταν από την Πάτμο.
Εγκαταστάθηκε στο Μανχάτταν της Νέας Υόρκης (υπάρχει μάλιστα ακόμα και η διεύθυνση του σπιτιού του) όπου για μεγάλο διάστημα ήταν πλανόδιος μανάβης, ενώ τα βράδια έπαιζε μπουζούκι στα ελληνικά στέκια και στις ταβέρνες του Μανχάτταν. Το 1928 ηχογράφησε για την Columbia τα ζεϊμπέκικα :
«Τούτ’ οι μπάτσοι που ήρθαν τώρα»
[Με αναφορές στον τζόγο (χαρτιά και ζάρια) αγαπημένο σπορ των μεταναστών στα καφενεία, στις λέσχες, στα σπίτια, συνοδευόταν από μεθύσια, καυγάδες, ξυλοδαρμούς, ακόμα και φόνους – και άρθρα στις εκεί εφημερίδες για την αύξηση της παραβατικότητας των Ελλήνων].
και
«Από κάτω από τις ντομάτες» (Co 56137 –F), όπου τραγουδά ο επίσης Σαμιώτης Γιάννης Ιωαννίδης (με ιδιαίτερη μάλιστα εκφραστικότητα, επηρεασμένος από τη θητεία του στους επιθεωρησιακούς ρόλους του μάγκα)

Στις 29/4/1929 ηχογράφησε στη Victor 4 ζεϊμπέκικα, από τα οποία όμως σε δίσκο κυκλοφόρησαν μόνο τα δυο,
το «Αϊβαλιώτικο» και το «Αϊδίνικο», στα οποία παίζει μπουζούκι και τραγουδά ο ίδιος. Εντυπωσιάζει το καταπληκτικό και μοναδικό παίξιμό του.
Το 1938 είναι ήδη χήρος, χωρίς παιδιά, δεν έχει φύγει ποτέ από την Αμερική και ζήτησε να αποκτήσει αμερικανική υπηκοότητα.

Μπορείτε να κατεβάστε τα 4 τραγούδια που έχουν βρεθεί μέχρι τώρα, σε αρχείο rar από ΕΔΩ.

Published in: on Ιουλίου 20, 2010 at 15:56  Γράψτε ένα σχόλιο  

Μαρίκα Παπαγκίκα

Η Μαρίκα Παπαγκίκα γεννήθηκε στην Κω την 1η Σεπτεμβρίου του 1890. Μετά από λίγα χρόνια η οικογένεια της μετανάστευσε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, όπου και η Μαρίκα τραγουδά σε νυχτερινά κέντρα των ελληνικών αποικιών. Το 1915 ξαναβρίσκουμε τα στοιχεία της στην Νέα Υόρκη όπου διαμένει μαζί με τον άντρα της Κώστα Παπαγκίκα (σαντούρι) και εργάζονται σε νυχτερινά κέντρα. Το 1918 ιδρύουν την Victor Record Company, όπου και ηχογραφούν έναν μεγάλο αριθμό τραγουδιών. Από τα χρήματα των πωλήσεων, αλλά και από τις περιοδίες που έκαναν ανοίγουν το 1925 το πρώτο καφέ αμαν της Νέας Υόρκης με την ονομασία “Της Μαρίκας”. Την εποχή αυτή ίσχυε και η ποτοαπαγόρευση, και το μαγαζί τους ήταν και παράνομο ποτοπωλείο. Με την οικονομική κρίση του 1929 έχασαν τα πάντα, και εκεί σταμάτησε και η δισκογραφική καριέρα της. Πεθαίνει το 1943.

Η Μαρίκα Παπαγκίκα διακρινόταν για το πλούσιο ρεπερτόριο της, από ελαφρά, δημοτικά, ευρωπαικά μέχρι ρεμπέτικα τραγούδια, αλλά κυρίως για το Σμυρνέικο ύφος με το οποίο τραγουδούσε. Ήταν μια γυναίκα δραστήρια, μαχητική και διεκδικητική με δυναμικότατο χαρακτήρα. Θεωρείται από τις κυριότερες εκπροσώπους του ρεμπέτικου και σμυρνέικου τραγουδιού.

Δεν υπήρξε στην εποχή της καμία αναφορά για αυτήν ούτε στον Ελληνικό, αλλά ούτε και στον Ελληνοαμερικάνικο τύπο, καθώς τα καφέ-αμαν θεωρούνταν από κάποιους προσβολή και “πληγή” για την Ελλάδα και οτι εμπόδιζαν την καλή αποδοχή των Ελλήνων στην Αμερική…

Μπορείτε να κατεβάσετε διάφορα τραγούδια της σε ένα αυμπιεσμένο αρχείο πατώντας ΕΔΩ

Ορίστε και μερικά κομμάτια στο youtube (το πρώτο ακούστε το ΟΠΩΣΔΗΠΟΤΕ) :

Published in: on Ιουνίου 28, 2010 at 18:12  Γράψτε ένα σχόλιο  

Sergey Prokudin-Gorsky, ένας από τους πρωτοπόρους της έγχρωμης φωτογραφίας


(Αυτοπορτραίτο του Gorsky, 1915)

Γεννήθηκε το 1863 στο Murom της Ρωσίας και πέθανε το 1944 στο Παρίσι. Λίγο μετά την γέννηση του η οικογενεια του εγκαταστάθηκε στο Saint Petersburg, όπου και μεγάλωσε. Σπούδασε φωτογραφία και χημεία στο εκεί Πανεπιστήμιο, αλλά και στο Βερολίνο. Το 1901 φτιάχνει δικό του φωτογραφικό στούντιο όπου και αναπτύσσει περισσότερο τις τεχνικές για έγχρωμη φωτογράφιση που είχε μάθει στο Βερολίνο από τον δάσκαλο του Adolf Miethe. To 1908 εβγαλε την μοναδική υπάρχουσα έγχρωμη φωτογραφία του Τολστόϊ η οποία και έγινε αρκετά γνωστή. Η φήμη από αυτή η φωτογραφία, αλλά και διάφορες άλλες, τον έφεραν το 1909 μπροστά στον Τσάρο Νικόλα τον 2ο, ο οποίος ενθουσιάστηκε από την δουλειά του και τον χρηματοδότησε ώστε να γυρίσει την Ρωσία και να την φωτογραφίσει. Όλες οι φωτογραφίες του Gorsky είναι πραγματικά έγχρωμες, και όχι ασπρόμαυρες που έχουν περαστεί με χρώμα μετά την λήψη τους από τον φωτογράφο.

Το εντυπωσιακό με αυτές τις παλιές έγχρωμες φωτογραφίες, είναι οτι σε κάνουν να αισθάνεσαι το πόσο “πραγματικός” ήταν ο κόσμος πριν από έναν αιώνα. Συνήθως κοιτάμε παλιές φωτογραφίες και μιας πιάνει ένα αίσθημα νοσταλγίας, μια θαμπή εικόνα για τον τρόπο ζωής του παρελθόντος. Αυτό ανατρέπεται στις φωτογραφίες του Gorsky, η θολότητα διαλύεται και καταλαβαίνεις πώς έτσι όπως είναι η ζωή σήμερα, έτσι ήταν και τότε, με παρόμοια προβλήματα, άγχη, αγωνίες, αλλά και ευτυχίες και χαρές.

Μπορείτε να κατεβάσετε μεγάλο μέρος της δουλειάς του σε ένα συμπιεσμένο αρχείο πατώντας ΕΔΩ.

Ορίστε μερικές φωτογραφίες του χρονολογιμένες περίπου το 1907-15 :


(Το πορτραίτο του Τολστόυ, 1908)

Published in: on Ιουνίου 22, 2010 at 13:05  Γράψτε ένα σχόλιο  
Follow

Get every new post delivered to your Inbox.